μνᾶμα

μνᾶμα
μνῆμα
memorial
neut nom/voc/acc sg (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • μνάμα — μνᾱμα, τὸ (Α) (δωρ. και αιολ. τ.) βλ. μνήμα …   Dictionary of Greek

  • μνήμα — το (ΑΜ μνῆμα, Μ και μνῆμαν, Α δωρ. και αιολ. μνᾱμα) οικοδόμημα ή ύψωμα προς τιμή νεκρού, τάφος, τύμβος (α. «το μονοπάτι μ έβγαλε σ ένα ρημοκλησσάκι, που ταν τα μνήματα πολλά, πολλά κι αντρειωμένα», δημ. τραγούδι β. «μνήματα ἐποίησαν ἐν πάσῃσι… …   Dictionary of Greek

  • Aurige De Delphes — Aurige de Delphes, v. 478 ou 474 av. J. C., Musée archéologique de Delphes L’aurige de Delphes, ou Hêniokhos (en grec ancien ἡνίοχος, « qui tient les rênes »), est l une des plus célèbres sculptures de la …   Wikipédia en Français

  • Aurige de Delphes — Aurige de Delphes, v. 478 ou 474 av. J. C., Musée archéologique de Delphes L’aurige de Delphes, ou Hêniokhos (en grec ancien ἡνίοχος, « qui tient les rênes »), est l une des plus célèbres sculptures de la Grèce antique, et l un des …   Wikipédia en Français

  • Aurige de delphes — Aurige de Delphes, v. 478 ou 474 av. J. C., Musée archéologique de Delphes L’aurige de Delphes, ou Hêniokhos (en grec ancien ἡνίοχος, « qui tient les rênes »), est l une des plus célèbres sculptures de la …   Wikipédia en Français

  • ευπάλαμος — εὐπάλαμος, ον (ΑΜ, Μ και εὐπάλαμνος, ον) 1. εφευρετικός, επινοητικός, πολυμήχανος (α. «εὐπάλαμον μέριμναν», Αισχύλ. β. «εὐπάλαμος ἔρως», Ορφ. ύμν. γ. «εὐπαλάμου σοφίης μνᾱμα», Ανθ. Παλ.) 2. ο έντεχνα κατασκευασμένος, ο έντεχνος («τέκτονες… …   Dictionary of Greek

  • μνήμη — Όρος που υποδηλώνει τη χαρακτηριστική ιδιότητα του ανθρώπου και των ζώων να διατηρούν ίχνη (παραστάσεις) των εμπειριών τους. Γι’ αυτό η μ. εμπλέκεται στη διαδικασία της μάθησης. Η δραστηριότητα της μ. εξελίσσεται σε φάσεις που διαδέχονται η μια… …   Dictionary of Greek

  • μναμοσύρειν — (Α) (κατά τον Ησύχ.) «τὸ ἐπιτηρεῑν ἢ μεμνῆσθαί τισι». [ΕΤΥΜΟΛ. < μνᾱμᾱ, δωρ. τ. τού μνήμη + σύρω] …   Dictionary of Greek

  • μνᾶμ' — μνᾶμαι , μνάομαι to be mindful of pres subj mp 1st sg (doric aeolic) μνᾶμαι , μνάομαι to be mindful of pres ind mp 1st sg (doric aeolic) μνᾶμα , μνῆμα memorial neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • men-3 —     men 3     English meaning: to think, mind; spiritual activity     Deutsche Übersetzung: “denken, geistig erregt sein”     Note: extended menǝ : mnü and mnē , menēi : menī     Material: O.Ind. mányatē “denkt”, Av. mainyeite ds., ap.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”